2 Νοε 2008

Απόφαση του δικαστηρίου της Ε.Ε Γ'

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)
της 27ης Νοεμβρίου 2007 (*)


Η απόφαση λόγω του μεγέθους της χωρίστηκε σε πέντε συνολικά αναρτήσεις, βρίσκεστε στο Γ' μέρος.


21 Ο προσφεύγων επισημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή αναγνώρισε, με το έγγραφο της 20ής Μαρτίου 2006, ότι η σύμβαση συμβίωσης μεταξύ εκείνου και της συντρόφου του αποτελεί επίσημη βεβαίωση της ιδιότητάς τους ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης. Επομένως, είναι παράδοξο να εμμένει να μην αναγνωρίζει στον προσφεύγοντα και στη σύντροφό του το κεκτημένο δικαίωμα που απορρέει από τη διαπίστωση αυτή. Στο μέτρο που οι διατάξεις του ΚΥΚ παραπέμπουν στην εκ μέρους κράτους μέλους αναγνώριση ενός εγγράφου και μιας καταστάσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να οχυρωθεί πίσω από την αρχή της αυτόνομης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να αρνηθεί να λάβει υπόψη τα προσκομιζόμενα έγγραφα και την κατάσταση που πιστοποιούν. Περαιτέρω, η σύμβαση που συνήψε με τη σύντροφό του αποτελεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, ήτοι πράξη που συντάσσεται από πρόσωπο που ασκεί δημόσια εξουσία και που μπορεί ακόμη να συντάσσει και εκτελεστά δημόσια έγγραφα.

22 Εξάλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, περίπτωση iv, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, που αφορά την προϋπόθεση της αδυναμίας των συντρόφων να τελέσουν πολιτικό γάμο σε κράτος μέλος, αποκλείεται ρητώς από το άρθρο 72 του κανονισμού και το άρθρο 12 της κοινής ρύθμισης, γεγονός που αποδεικνύει σαφώς ότι το ζήτημα του γάμου δεν είναι ουσιώδες για την αναγνώριση της σχέσης συμβίωσης προκειμένου να υπαχθεί στο ΣΥΑ ο σύντροφος υπαλλήλου, αντίθετα προς όσα του αντέτεινε η Επιτροπή. Είτε υπάρχει είτε όχι δυνατότητα γάμου, τα άτομα είναι ελεύθερα να επιλέξουν ή να προτιμήσουν τη σχέση συμβίωσης , αφού οι δύο θεσμοί δεν είναι όμοιοι και οι ομοιότητές τους περιορίζονται στη δημόσια δήλωση και την αναγνώριση που αυτή συνεπάγεται.

23 Τέλος, ο προσφεύγων, επικαλούμενος την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Απριλίου 1986, 59/85, Reed (Συλλογή 1986, σ. 1283, σκέψη 15), θεωρεί ότι η εξέλιξη των ηθών στην κοινωνία, σε πολλά κράτη μέλη, δικαιολογεί ακόμη περισσότερο τη διασταλτική ερμηνεία των όρων «σύζυγος» και «σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης», προκειμένου να συμπεριληφθούν σε αυτούς οι σύντροφοι διαφορετικού φύλου που έχουν δεσμευτεί στο πλαίσιο αναγνωρισμένης μόνιμης σχέσης.

24 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, ο νομοθέτης δεν θέλησε να επεκτείνει τη δυνατότητα υπαγωγής στο ΣΥΑ σε όλους τους μόνιμους συντρόφους των υπαλλήλων των οποίων η «σχέση συμβίωσης» είναι «αναγνωρισμένη», αλλά μόνο στις-στους συντρόφους των οποίων η σχέση συμβίωσης προσομοιάζει ευρέως με τον «γάμο» σε κράτος μέλος εντός του οποίου έχει καταρτισθεί.

25 Καταρχάς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του κοινοτικού δικαίου είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της αλλά και το πλαίσιο καθώς και ο σκοπός της ρύθμισης στην οποία εντάσσεται. Αφενός, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν αμφισβητείται ότι σκοπός τόσο του άρθρου 72 του ΚΥΚ, όσο και του άρθρου 1 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, είναι να περιλάβει τα πρόσωπα που «εξομοιώνονται» με τους «συζύγους» των υπαλλήλων. Κατά την Επιτροπή, ο σκοπός αυτός διαφαίνεται άλλωστε μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 72 του ΚΥΚ, που αναφέρεται στον σύντροφο μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου που δύναται να «θεωρηθεί» ως σύζυγός του. Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το «ουδέτερο» γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ εξηγείται ειδικότερα από τη μεγάλη ποικιλία των υπαρχουσών εντός των κρατών μελών εθνικών νομοθεσιών περί «σχέσεων συμβίωσης που εξομοιώνονται με τον γάμο» και, κατά συνέπεια, από την αδυναμία του νομοθέτη να υιοθετήσει μια πιο ρητή διατύπωση, η οποία, λόγω της υπερβολικής ακριβολογίας της, θα μπορούσε να παραλείψει τις σχέσεις συμβίωσης που συνάπτονται προς τούτο σε ορισμένα κράτη μέλη.

26 Επομένως, αν ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να επεκτείνει τη δυνατότητα υπαγωγής στο ΣΥΑ και σε άλλες κατηγορίες μονίμων συντρόφων, θα το είχε διατυπώσει ρητά. Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι στις Κάτω Χώρες υπάρχει ένα μόνο είδος «καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης» που εξομοιώνεται με τον γάμο. Η σύμβαση συμβίωσης που έχει συνάψει ο προσφεύγων δεν συνιστά νομικώς τέτοια καταχωρημένη σχέση συμβίωσης, αλλά μάλλον συμβόλαιο ή «συμφωνία συγκατοίκησης» που μπορεί να συναφθεί από δύο ή περισσότερα άτομα, ενώ η τελευταία αυτή δυνατότητα αποκλείεται στο πλαίσιο της «καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης». Η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω ότι η κατάρτιση της σύμβασης συμβίωσης ενώπιον συμβολαιογράφου είναι υποχρεωτική μόνο για την απόλαυση ορισμένων προνομίων. Εξάλλου, η πραγματική «καταχωρημένη σχέση συμβίωσης» στηρίζεται στον νόμο, ενώ η σύμβαση συμβίωσης εξαρτάται από την αυτονομία της βούλησης των μερών και μόνον. Επίσης, από την καταχωρημένη σχέση συμβίωσης απορρέουν δικαιώματα και υποχρεώσεις που ορίζει ο νόμος όπως και στην περίπτωση του γάμου, ενώ από τη σύμβαση συμβίωσης απορρέουν μόνον περιουσιακά δικαιώματα.

27 Κατά την Επιτροπή, ο ισχυρισμός ότι η σύμβαση συμβίωσης καταρτίστηκε ενώπιον συμβολαιογράφου και ότι οι Κάτω Χώρες αναγνωρίζουν τη συμφωνία αυτή συγκατοίκησης προβάλλεται αλυσιτελώς. Η αναγνώριση αυτή δεν έχει έννομες συνέπειες ως προς το ζήτημα αν η εν λόγω «συμφωνία συγκατοίκησης» είναι υποχρεωτική για τον κοινοτικό εργοδότη προκειμένου να επεκταθεί η υπαγωγή στο ΣΥΑ στον σύντροφο υπαλλήλου.

28
Τέλος, η Επιτροπή, προς απάντηση στο επιχείρημα του προσφεύγοντος που αντλείται από την προπαρατεθείσα απόφαση Reed, υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 31ης Μαΐου 2001, C-122/99 P και C-125/99 P, D και Σουηδία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-4319, σκέψεις 37 και 38), αποφάνθηκε ρητά ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να ερμηνεύει διασταλτικώς τις έννοιες των όρων «γάμος» ή «καταχωρημένη συμβίωση», αλλά, αντιθέτως, μόνο στον νομοθέτη εναπόκειται να τροποποιήσει τον ΚΥΚ προκειμένου να εξομοιώσει ορισμένα είδη καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης με τον γάμο. Η Επιτροπή προσθέτει ότι από την απόφαση αυτή προκύπτει άλλωστε ρητά ότι ο νομοθέτης θέλησε να υπαγάγει στο ΣΥΑ μόνον τα πρόσωπα που έχουν δεσμευθεί στο πλαίσιο μόνιμης σχέσης συμβίωσης της οποίας τα αποτελέσματα είναι αντίστοιχα με εκείνα του γάμου.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης


29
Από το γράμμα του άρθρου 72 του ΚΥΚ προκύπτει ότι, για να καθοριστεί η έννοια του όρου «σύντροφος υπαλλήλου στο πλαίσιο μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης», το άρθρο αυτό παραπέμπει ευθέως στις τρεις πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, αφού το ζήτημα της καταχώρησης της σχέσης συμβίωσης, που περιλαμβάνεται στην εισαγωγική περίοδο του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, δεν δύναται να θεωρηθεί ως προαπαιτούμενο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ορίσει διαφορετικά, το άρθρο 72 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 της κοινής ρύθμισης δεν θα αναφέρονταν αντιστοίχως στην-στον «σύντροφο μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης» και στην-στον «αναγνωρισμένη-ο σύντροφο σχέσης συμβίωσης» μίας-ενός υπαλλήλου, αλλά στην-στον σύντροφο «που έχει καταχωρηθεί», όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ σημειωτέον, εξάλλου, ότι η αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ L 124, σ. 1), η οποία αφορά την επέκταση των πλεονεκτημάτων των έγγαμων ζευγαριών σε διαφορετικές από τον γάμο μορφές ένωσης, αναφέρεται στις-στους «υπαλλήλους που τελούν σε μη έγγαμη σχέση συμβίωσης αναγνωρισμένη από ένα κράτος μέλος ως σταθερή σχέση συμβίωσης», χωρίς να κάνει μνεία σε προϋποθέσεις σχετικές με την καταχώρηση της επίμαχης σχέσης. Στο ίδιο πλαίσιο, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι, στην ουσία, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των εννοιών της-του συντρόφου μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου του άρθρου 72 του ΚΥΚ και της-του αναγνωρισμένης-ου συντρόφου σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 12 της κοινής ρύθμισης.

30 Επομένως, στον κοινοτικό δικαστή εναπόκειται, προκειμένου να αποφανθεί ως προς την επέκταση της δυνατότητας υπαγωγής στο ΣΥΑ της-του συντρόφου μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου, να ελέγξει την τήρηση των τριών πρώτων προϋποθέσεων, και μόνον, του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

31
Όσον αφορά τις τρεις πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι πληρούνται εν προκειμένω οι δύο τελευταίες από αυτές, οι οποίες αναφέρονται, αντιστοίχως, στη μη δέσμευση των συντρόφων σταθερής μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης σε άλλη μη έγγαμη σχέση συμβίωσης και στη μη ύπαρξη συγγενικών δεσμών μεταξύ τους.

32
Εξάλλου, η πρώτη προϋπόθεση στην οποία ερείδεται ουσιαστικώς η διαφορά της ερμηνείας μεταξύ των διαδίκων (στο εξής: επίμαχη προϋπόθεση) ορίζει ότι το ζεύγος πρέπει να προσκομίσει επίσημο έγγραφο, αναγνωριζόμενο ως τέτοιο από κράτος μέλος ή από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή κράτους μέλους που πιστοποιεί το καθεστώς τους ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης. Η προϋπόθεση αυτή περιλαμβάνει τρία σκέλη:

α) το πρώτο σκέλος αφορά την προσκόμιση «επίσημου» εγγράφου σχετικά με το καθεστώς των προσώπων
β) το δεύτερο σκέλος απαιτεί το εν λόγω επίσημο έγγραφο να «αναγνωρίζεται» ως τέτοιο από κράτος μέλος
γ) τέλος, το τρίτο σκέλος απαιτεί το επίσημο αυτό έγγραφο σχετικά με το καθεστώς των προσώπων να πιστοποιεί το καθεστώς των ενδιαφερομένων ως «συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης».

33 Στην προκειμένη περίπτωση, η επίμαχη προϋπόθεση πληρούται ως προς τα δύο πρώτα σκέλη της. Πράγματι, ο προσφεύγων προσκόμισε τη σύμβαση συμβίωσης που έχει καταρτίσει με τη σύντροφό του ενώπιον συμβολαιογράφου στις Κάτω Χώρες και βεβαίωση της πρεσβείας των Κάτω Χωρών στο Λουξεμβούργο που βεβαιώνει ότι το έγγραφο αυτό που πιστοποιεί το καθεστώς του προσφεύγοντος και της συντρόφου του ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης αναγνωρίζεται στις Κάτω Χώρες. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ούτε τον «επίσημο» χαρακτήρα της εν λόγω σύμβασης συμβίωσης, ούτε την «αναγνώρισή» της από κράτος μέλος.