22 Ιαν 2010

Ισπανια 11


«Άρθρο 357.
όταν μία-ένας δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου ζητά και λαμβάνει άδεια για προσωπικούς λόγους, χάνει τη ιδιότητά της εκτός από τη περίπτωση που προβλέπεται στα στοιχεία δ) και ε) του προηγούμενου άρθρου και στο άρθρο 360 α. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις παραμένει στην κατηγορία της δικαστή σε άδεια για προσωπικούς λόγους».

Ένατον. Τροποποιείται το άρθρο 358.2 ως ακολούθως:

«2. Εξαιρούνται από τις διατάξεις του προηγούμενης παραγράφου, οι άδειες για τη φροντίδα παιδιού ή μέλους της οικογένειας σύμφωνα με τις παραγράφους δ) και ε) του άρθρου 356.
Στις περιπτώσεις αυτές, η περίοδος αδείας υπολογίζεται στις τριετίες και στο χρόνο προϋπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων ετών διατηρείται το δικαίωμα κράτησης της θέσης στην οποία η εργαζόμενη-ος ασκούσε τα καθήκοντά της καθώς και η αρχαιότητα.

Μετά την πάροδο του εν λόγω χρονικού διαστήματος, η κράτηση αυτή αφορά θέση στον ίδιο νομό και στην ίδια κατηγορία, με την προϋπόθεση ότι ένα μήνα πριν την ολοκλήρωση της μέγιστης περιόδου αδείας, έχει ζητηθεί η επιστροφή στην ενεργό εργασία. Στην αντίθετη περίπτωση, θεωρείται αυτόματα άδεια για προσωπικούς λόγους».

Δέκατον. Προστίθεται ένα νέο άρθρο 360 α με την ακόλουθη διατύπωση:
«Άρθρο 360 α.
1. Οι γυναίκες δικαστίνες που είναι θύματα βίας λόγω φύλου έχουν δικαίωμα να ζητήσουν άδεια για λόγους βίας εναντίον των γυναικών χωρίς την προϋπόθεση ελάχιστης προηγούμενης υπηρεσίας ενώ μπορούν να παραμείνουν σε αυτή τη διοικητική κατάσταση για ένα μέγιστο χρονικό διάστημα τριών ετών.

2. Κατά τη διάρκεια των έξι πρώτων μηνών δικαιούνται την κράτηση της θέσης εργασίας που κατείχαν ενώ η εν λόγω περίοδος υπολογίζεται στις προαγωγές, τις τριετίες και το χρόνο προϋπηρεσίας .
Εν τούτοις, όταν προκύπτει από τις διαδικασίες δικαστικής προστασίας, ότι για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος προστασίας του θύματος, απαιτείται παράταση του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο διατηρείται το δικαίωμα κράτησης της θέσης εργασίας, η παράταση είναι δυνατή για χρονικά διαστήματα τριών μηνών με όριο τους δεκαοκτώ μήνες και με τα ίδια αποτελέσματα όπως αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο.

3. Οι γυναίκες δικαστίνες-ες σε άδεια για λόγους βίας εναντίον των γυναικών, λαμβάνουν ακέραιο το μισθό τους κατά τους δύο πρώτους μήνες της αδείας τες και όπου συντρέχει περίπτωση τα οικογενειακά επιδόματα για εξαρτώμενα παιδιά.

4. Η επιστροφή στην ενεργό υπηρεσία των γυναικών δικαστίνων που βρίσκονται από διοικητική άποψη σε άδεια λόγω βίας κατά των γυναικών, διάρκειας όχι μεγαλύτερης των έξι μηνών, θα γίνεται στο ίδιο δικαιοδοτικό όργανο στο οποίο υπάγεται η θέση που κατείχαν προηγουμένως ενώ εάν η άδεια υπερβαίνει τους έξι μήνες, κατά την επιστροφή τες οι γυναίκες δικαστίνες πρέπει να συμμετέχουν μέχρι να τακτοποιηθούν, σε όλους τους διαγωνισμούς που προκηρύσσονται για τη κάλυψη των θέσεων της κατηγορίας τες. Στην αντίθετη περίπτωση υπάγονται αυτόματα σε καθεστώς άδειας για προσωπικούς λόγους ».

Ενδέκατον. Διαγράφεται το άρθρο 370.

Δωδέκατον. Τροποποιείται η παράγραφος 5 του άρθρου 373, ως ακολούθως:
«5. Σε περίπτωση θανάτου, ατυχήματος, ή σοβαρής ασθένειας συζύγου, προσώπου ανάλογου συναισθηματικού δεσμού ή συγγενούς πρώτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας, οι δικαστές μπορούν να λάβουν άδεια τριών εργάσιμων ημερών που μπορεί να παραταθεί έως πέντε εργάσιμες ημέρες όταν απαιτείται μετάβαση σε άλλο τόπο.
Οι άδειες αυτές μειώνονται σε δύο έως τέσσερεις εργάσιμες ημέρες αντίστοιχα, όταν ο θάνατος ή οι άλλες προαναφερόμενες περιστάσεις αφορούν συγγενείς δευτέρου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας ».

Δέκατον τρίτον. Προστίθεται μια νέα παράγραφος 6 στο άρθρο 373 , με την ακόλουθη διατύπωση:

«6. Σε περίπτωση γέννησης, αναδοχής ή παιδοθεσίας η δικαστίνα-ης δικαιούται άδεια μητρότητας-πατρότητας έως δεκαπέντε ημέρες από την ημερομηνία της γέννησης, της διοικητικής ή δικαστικής απόφασης αναδοχής ή της δικαστικής πράξης σύστασης της παιδοθεσίας ».

Δέκατον τέταρτον. Προστίθεται μια νέα παράγραφος 7 στο άρθρο 373, με την ακόλουθη διατύπωση:
«7. Οι δικαστίνες-ες δικαιούνται άδεια ή απουσία από την εργασία για τη συμφιλίωση της εργασίας με την οικογενειακή και προσωπική ζωή καθώς και για περιπτώσεις βίας λόγω φύλου. Το Γενικό Συμβούλιο της Δικαστικής Εξουσίας προσαρμόζει με κανονιστική πράξη τις υφιστάμενες σχετικές διατάξεις της Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στο δικαστικό σώμα ».

Δέκατον πέμπτον. Προστίθεται μία παράγραφος 5 στο άρθρο 433 α, με την ακόλουθη διατύπωση:
«5. Το Σχέδιο Συνεχιζόμενης Κατάρτισης στο Δικαστικό Σώμα περιλαμβάνει την κατάρτιση των δικαστίνων-ων σύμφωνα με την αρχή της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών και κάτω από την προοπτική του φύλου.
Η Σχολή Δικαστών διοργανώνει σε ετήσια βάση σεμινάρια κατάρτισης για την δικαιοδοτική προστασία της αρχής της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών και για τη βία λόγω φύλου».

Δέκατον έκτον. Προστίθεται ένα δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 434, με την ακόλουθη διατύπωση:
«Το Κέντρο Νομικών Σπουδών διοργανώνει σε ετήσια βάση σεμινάρια κατάρτισης για την αρχή της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών και για την εγκάρσια εφαρμογή της από τα μέλη των Φορολογικών Δικαστίνων-ων, του Σώματος των Γραμματέων και του υπόλοιπου προσωπικού στην υπηρεσία της Δικαιοσύνης καθώς και για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των περιπτώσεων βίας λόγω φύλου».

Τέταρτη Συμπληρωματική Διάταξη. Τροποποίηση του Οργανωτικού Καταστατικού του Υπουργείου Οικονομικών.
Τροποποιείται η Νομοθεσία 50/1981, της 30ης Δεκεμβρίου, με την οποία εγκρίνεται το Οργανωτικό Καταστατικό του Υπουργείου Οικονομικών ως ακολούθως:
Προστίθεται ένα τελευταίο εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 με την ακόλουθη διατύπωση:
«Το Φορολογικό Συμβούλιο πρέπει να περιλαμβάνει στους κόλπους του μια Επιτροπή για την Ισότητα, με στόχο τη μελέτη της βελτίωσης των παραμέτρων ισότητας στο Φορολογικό Σώμα. Η σύνθεση της επιτροπής αυτής προσδιορίζεται από τη νομοθεσία που διέπει τη σύνθεση και τη λειτουργία του Φορολογικού Συμβουλίου».

Πέμπτη Συμπληρωματική Διάταξη. Τροποποίηση του νόμου Ποινικής Δικονομίαςl

Πρώτον. Προστίθεται ένα νέο άρθρο 11 α στη Νομοθεσία της Ποινικής Δικονομίας 1/2000, της 7ης Ιανουαρίου l, σύμφωνα με τα παρακάτω:

«Άρθρο 11 α. Νομιμοποίηση της δράσης για την προάσπιση του δικαιώματος της ίσης μεταχείρισης μεταξύ γυναικών και ανδρών.

1. Νομιμοποιούνται να υπερασπίζονται το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης μεταξύ γυναικών και ανδρών, εκτός από τις θιγόμενες-ους, και πάντα με την άδεια τες, τα νόμιμα συνδικάτα και οργανώσεις που έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την προάσπιση, για λογαριασμό των μελών τους, της ίσης μεταχείρισης μεταξύ γυναικών και ανδρών.

2. Όταν οι θιγόμενες-οι αποτελούν ένα σύνολο απροσδιόριστου ή με δυσκολία προσδιοριζόμενου αριθμό ατόμων, η νομιμοποίηση για παρέμβαση σε δίκες για την προστασία των ανωτέρω γενικών δικαιωμάτων ανήκει αποκλειστικά στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες-οργανισμούς , στα πιο αντιπροσωπευτικά συνδικάτα και στις κρατικές οργανώσεις που έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών και με την επιφύλαξη της νομιμοποίησης των ίδιων των θιγόμενων σε περίπτωση καθορισμού τους.

3. Το πρόσωπο που υπέστη την παρενόχληση είναι το μόνο που νομιμοποιείται για να ασκήσει παρέμβαση κατά τις ένδικες διαφορές στις περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης και παρενόχλησης λόγω φύλου».

Δεύτερον. Τροποποιείται η περίπτωση 5θ του εδαφίου 1 του άρθρου 188 της Νομοθεσίας της Ποινικής Δικονομίας 1/2000, της 7ης Ιανουαρίου, ως ακολούθως:

«5. Σε περίπτωση θανάτου, ασθένειας, πλήρους αναπηρίας ή άδειας μητρότητας ή πατρότητας της δικηγορίνας-ου του μέρους που ζητά τη διακοπή, δεόντως αιτιολογημένης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και εφόσον οι περιστάσεις αυτές ανέκυψαν όταν δεν υπήρχε δυνατότητα να υποβληθεί αίτηση για νέα δικάσιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 183, εφόσον εξασφαλίζεται το δικαίωμα στην ουσιαστική νομική προστασία και δεν προκαλείται κενό προστασίας.
Θεωρούνται επίσης ισοδύναμες με τις προηγούμενες περιπτώσεις και κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις, άλλες ανάλογες περιπτώσεις που προβλέπονται σε άλλα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και για το ίδιο χρονικό διάστημα για το οποίο χορηγείται η άδεια και οι απουσίες από την εργασία που προβλέπονται από τη νομοθεσία Κοινωνικής Ασφάλισης».

Τρίτον. Προστίθεται μια νέα παράγραφος 5 στο άρθρο 217 της Νομοθεσίας 1/2000 της Ποινικής Δικονομίας , της 7ης Ιανουαρίου, με αποτέλεσμα οι παράγραφοι 5 και 6 να αναριθμούνται σε 6 και 7, αντίστοιχα , ως ακολούθως:
«5. Σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες, στις δίκες κατά τις οποίες η επιμελής διάδικη-ος βασίζει τους ισχυρισμούς της σε πράξεις διάκρισης λόγω φύλου, έγκειται στην εναγόμενη-ο να αποδείξει την απουσία διάκρισης στα μέτρα που ελήφθησαν και την αναλογικότητά τους.
Για τους σκοπούς των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, το δικαστικό όργανο με εκούσια διαδικασία και εάν το κρίνει αναγκαίο, μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες- οργανισμούς έκθεση ή γνωμοδότηση».